Νόμιμος δικαιούχος (Γιάννης Καρατζόγλου)

Αλλιώτικες οι Κυριακές μας τότε.

Από το βράδυ πριν ευωδίαζε ο ερχομός σου
μέσα στον ύπνο μας πετούσαν αυριανά ανθάκια
κι όλο το πρωί λουζόταν μ’ ένα φως αναμονής.
Συνέχεια ανάγνωσης «Νόμιμος δικαιούχος (Γιάννης Καρατζόγλου)»

Το πιο όμορφό μου ποίημα (Νικολέττα Σίμωνος)

Το πιο όμορφό μου ποίημα
Με τη σιωπή μου το ‘γραψα
Βουλιάζοντας ηδυπαθώς
Και καθ’ ολοκληρίαν
Μέσα στ’ απύθμενα τα μάτια σου
Εκεί όπου συνάντησα
Τις πιο κραταιές λέξεις.

Νικολέττα Σίμωνος

Ομίχλη (Αντόνια Πότσι, μετάφραση: Άννα Γρίβα)

Αν συναντιόμασταν αυτή τη νύχτα
σε ένα μονοπάτι βυθισμένο στην ομίχλη
θα στέγνωναν οι λακκούβες
γύρω από το ζεστό κομμάτι της γης μας:
και το μάγουλό μου πάνω στα ρούχα σου
θα ήταν η γλυκιά λύτρωση της ζωής.
Όμως λεία πρόσωπα κοριτσιών
χλευάζουν την ηλικία μου: ένα δέντρο
μονάχα έχω συντροφιά στο βροχερό σκοτάδι
και φώτα αργά αμαξών με κάνουν να φοβάμαι,
να φοβάμαι και να καλώ το θάνατο.

Ιταλικό πρωτότυπο

Η αλλοτρίωση της έλξης (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)

Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Συνέχεια ανάγνωσης «Η αλλοτρίωση της έλξης (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)»

Έρωτας μπαστούνι (Σταύρος Σταυρόπουλος)

Γιορτάζει ποτέ κάτι που είναι διακαώς γιορτή; Ποιος ξέρει. Η αμφίσημη γιορτή με τα διάσημα δάκρυα: της ερχόμενης λύπης. Κόσμος περιμένει. Από νωρίς, το μετρό βραχνό. Έρωτες πάνω στα σύρματα, πάνω στα καλώδια των τρόλεϊ, πάνω στα ρόλεϊ των μαλλιών. Έρωτες στα χιόνια. Σοκολατάκια από σώματα στη σειρά, δαγκώνεις προσεκτικά. Τα δόντια της καρδιάς. Και οι ανάγκες των ανθοπωλείων. Των ανθρώπων.
Συνέχεια ανάγνωσης «Έρωτας μπαστούνι (Σταύρος Σταυρόπουλος)»

Ηδονισμός (Κωστής Παλαμάς)

Από τραγούδια έν’ άυλο κομπολόι
Σ’ εσέ δεν ήρθα σήμερα να δώσω.
Με τα τραγούδια εγώ θα σε λιγώσω

Και με τα ξόρκια, αγάπη μου, ενός γόη.
Γυμνοί. Και σαν κισσός θα σκαρφαλώσω
Να φάω το κορμί σου που με τρώει.
Του λαγκαδιού σου την δροσάτη χλόη
Με το χέρι θρασά θα την πυρώσω.

Το κρασί που ξανάφτει και το γάλα
Που κοιμίζει, θα φέρω στάλα στάλα,
Μ’ όλο μου το κορμί να σε ποτίσω
Και στα πόδια σου τ’ ασπροσκαλισμένα,
Δυο βάζα που μου παίρνουνε τα φρένα,
Στερνή μανία το μέλι μου θα χύσω.

Βραδινή φωτιά Β’, 1944
Άπαντα, τομ. ΙΑ΄, σελ. 109

Δε σ’ αγαπώ (Πάμπλο Νερούδα)

Δε σ’ αγαπώ σαν να ‘σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ’ αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ’ από την ψυχή και τον ίσκιο.
Συνέχεια ανάγνωσης «Δε σ’ αγαπώ (Πάμπλο Νερούδα)»

Θα ‘ρθει μια μέρα (Μανόλης Αναγνωστάκης)

Θα ‘ρθει μια μέρα που δε θα ‘χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε
βρίσκω άλλο τρόπο να στο πώ
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να
πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.
Συνέχεια ανάγνωσης «Θα ‘ρθει μια μέρα (Μανόλης Αναγνωστάκης)»