Η αλλοτρίωση της έλξης (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)

Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Συνέχεια ανάγνωσης «Η αλλοτρίωση της έλξης (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)»

Peugeot (Λένα Καλλέργη)

Ποιήτρια, με εξαιρετική ευαισθησία, νοημοσύνη και ψυχή, με αντιμετωπίσιμη τάση προς τη μελαγχολία και με ανεπτυγμένη αίσθηση ευθύνης, αναζητεί εργασία πλήρους απασχόλησης που να τη βοηθά να ζει. Συνέχεια ανάγνωσης «Peugeot (Λένα Καλλέργη)»

Έρωτας μπαστούνι (Σταύρος Σταυρόπουλος)

Γιορτάζει ποτέ κάτι που είναι διακαώς γιορτή; Ποιος ξέρει. Η αμφίσημη γιορτή με τα διάσημα δάκρυα: της ερχόμενης λύπης. Κόσμος περιμένει. Από νωρίς, το μετρό βραχνό. Έρωτες πάνω στα σύρματα, πάνω στα καλώδια των τρόλεϊ, πάνω στα ρόλεϊ των μαλλιών. Έρωτες στα χιόνια. Σοκολατάκια από σώματα στη σειρά, δαγκώνεις προσεκτικά. Τα δόντια της καρδιάς. Και οι ανάγκες των ανθοπωλείων. Των ανθρώπων.
Συνέχεια ανάγνωσης «Έρωτας μπαστούνι (Σταύρος Σταυρόπουλος)»

Ηδονισμός (Κωστής Παλαμάς)

Από τραγούδια έν’ άυλο κομπολόι
Σ’ εσέ δεν ήρθα σήμερα να δώσω.
Με τα τραγούδια εγώ θα σε λιγώσω

Και με τα ξόρκια, αγάπη μου, ενός γόη.
Γυμνοί. Και σαν κισσός θα σκαρφαλώσω
Να φάω το κορμί σου που με τρώει.
Του λαγκαδιού σου την δροσάτη χλόη
Με το χέρι θρασά θα την πυρώσω.

Το κρασί που ξανάφτει και το γάλα
Που κοιμίζει, θα φέρω στάλα στάλα,
Μ’ όλο μου το κορμί να σε ποτίσω
Και στα πόδια σου τ’ ασπροσκαλισμένα,
Δυο βάζα που μου παίρνουνε τα φρένα,
Στερνή μανία το μέλι μου θα χύσω.

Βραδινή φωτιά Β’, 1944
Άπαντα, τομ. ΙΑ΄, σελ. 109

Δε σ’ αγαπώ (Πάμπλο Νερούδα)

Δε σ’ αγαπώ σαν να ‘σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ’ αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ’ από την ψυχή και τον ίσκιο.
Συνέχεια ανάγνωσης «Δε σ’ αγαπώ (Πάμπλο Νερούδα)»

Καμιά δεν έχει το πρόσωπο της καλής μου

Καμιά δεν έχει το πρόσωπο της καλής μου.
Ένα πρόσωπο όπου τα πουλιά
πεταρίζουν τα πρωινά.
Συνέχεια ανάγνωσης «Καμιά δεν έχει το πρόσωπο της καλής μου»

Χέρια (Αργύρης Χιόνης)

Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν –τάχα χαιρετώντας– σ’ άλλους
Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Συνέχεια ανάγνωσης «Χέρια (Αργύρης Χιόνης)»

Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Συνέχεια ανάγνωσης «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.»

Θα ‘ρθει μια μέρα (Μανόλης Αναγνωστάκης)

Θα ‘ρθει μια μέρα που δε θα ‘χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε
βρίσκω άλλο τρόπο να στο πώ
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να
πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.
Συνέχεια ανάγνωσης «Θα ‘ρθει μια μέρα (Μανόλης Αναγνωστάκης)»