Χαμόγελο (Ντέμης Κωνσταντινίδης)

Υπάρχω κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό.
Η λάμψη των αστεριών – αντανάκλαση
της ξαφνικής μου ευδιαθεσίας.
Ίσως αυτά τα αστέρια να είναι χαμόγελα
κάποιων παιδιών.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Χαμόγελο: Από τη συλλογή Διαθέσεις (2008)

Το πιο καθαρό πράγμα της δημιουργίας (Νικηφόρος Βρεττάκος)

Δεν ξέρω, μα δεν έμεινε καθόλου σκοτάδι.
Ο ήλιος χύθηκε μέσα μου από χίλιες πληγές.
Και τούτη τη λευκότητα που σε περιβάλλω
δε θα τη βρεις ούτε στις Άλπεις, γιατί αυτός ο αγέρας
στριφογυρνά ως εκεί ψηλά και το χιόνι λερώνεται.
Και στο λευκό τριαντάφυλλο βρίσκεις μια ιδέα σκόνης.
Το τέλειο θαύμα θα το βρεις μοναχά μες στον άνθρωπο:
λευκές εκτάσεις που ακτινοβολούν αληθινά
στο σύμπαν και υπερέχουν. Το πιο καθαρό πράγμα λοιπόν της δημιουργίας
δεν είναι το λυκόφως, ούτε ο ουρανός που καθρεφτίζεται μες στο ποτάμι,
ούτε ο ήλιος πάνω στης μηλιάς τ’ άνθη.
Είναι η αγάπη.

Η γλώσσα η αμίλητη (Μαρία Κυρτζάκη)

Δεν γίνεται ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα∙
σαν ψάρι έξω από τα νερά του
και σαν να βγήκε απ’ ό,τι τον προστάτευε
– την γλώσσα του.
Χτίζει τους κήπους τις αυλές
όχι το σπίτι
Κι η μοναξιά – δεν φτάνει δεν αρκεί
να φτιάξει μιας πατρίδας γη.
Συνέχεια ανάγνωσης «Η γλώσσα η αμίλητη (Μαρία Κυρτζάκη)»

Το πιο όμορφό μου ποίημα (Νικολέττα Σίμωνος)

Το πιο όμορφό μου ποίημα
Με τη σιωπή μου το ‘γραψα
Βουλιάζοντας ηδυπαθώς
Και καθ’ ολοκληρίαν
Μέσα στ’ απύθμενα τα μάτια σου
Εκεί όπου συνάντησα
Τις πιο κραταιές λέξεις.

Νικολέττα Σίμωνος

Εκ βαθέων (Αλέξανδρος Κωνσταντίνου)

Γυναίκα, μνήμη περικύητη·
αχνή μοναχικότητα κι αγέννητη
ακόμη
πρώτη μου λες φορά ανέπνεα
κοντά σου:
Συνέχεια ανάγνωσης «Εκ βαθέων (Αλέξανδρος Κωνσταντίνου)»

Νεκρόδειπνος (Τάκης Σινόπουλος)

Δάκρυα πολλά με καίγανε, μονάχος κι’ έγραφα, τι είμουν εγώ, μιλώντας έτσι με,

χρόνια και χρόνια ζωντανεύοντας χαμένα πρόσωπα, κι’ απ’ τα παράθυρα έμπαινε

δόξα, χρυσό σκοτεινιασμένο φως, τριγύρω μπάγκοι και τραπέζια και
Συνέχεια ανάγνωσης «Νεκρόδειπνος (Τάκης Σινόπουλος)»

Ομίχλη (Αντόνια Πότσι, μετάφραση: Άννα Γρίβα)

Αν συναντιόμασταν αυτή τη νύχτα
σε ένα μονοπάτι βυθισμένο στην ομίχλη
θα στέγνωναν οι λακκούβες
γύρω από το ζεστό κομμάτι της γης μας:
και το μάγουλό μου πάνω στα ρούχα σου
θα ήταν η γλυκιά λύτρωση της ζωής.
Όμως λεία πρόσωπα κοριτσιών
χλευάζουν την ηλικία μου: ένα δέντρο
μονάχα έχω συντροφιά στο βροχερό σκοτάδι
και φώτα αργά αμαξών με κάνουν να φοβάμαι,
να φοβάμαι και να καλώ το θάνατο.

Ιταλικό πρωτότυπο

Ο Ρωμηός (Γεώργιος Σουρής)

Στον καφενέ απ’ έξω σαν μπέης ξαπλωμένος
του ήλιου τις ακτίνες αχόρταγα ρουφώ
και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος
κανένα δεν κοιτάζω, κανένα δεν ψηφώ.
Συνέχεια ανάγνωσης «Ο Ρωμηός (Γεώργιος Σουρής)»

Περίπατος του Γιάννη (Νίκος Καρούζος)

Έχοντας ένα σκορπισμένο βλέμμα στο δρόμο
που είν’ έρημος
ωχρός αγγίζει τον άχαρον αποσπερίτη-
μες στη φυλακή της θάλασσας η ποίηση του νερού.
Βρέθηκε σε τρόμους με δηλητήρια στα χέρια
Συνέχεια ανάγνωσης «Περίπατος του Γιάννη (Νίκος Καρούζος)»